Οι φιγούρες

Οι φιγούρες πρέπει να έχουν ύψος κατά μέσον όρο 60 εκ. περίπου (ο Καραγκιόζης 50 εκ., ο Χατζηαβάτης 60 εκ., ο Μπαρμπαγιώργος 75 εκ. κλπ). Με την βοήθεια του Η/Υ, μπορούμε να τις μεγενθύνουμε όσο θέλουμε (υπάρχουν πολλές σε άλμπουμ, σε βιβλία, ακόμη και σε σπυρτόκουτα), όμως, άλλη η χάρη να σχεδιάζεις με το χέρι... Για την κατασκευή τους χρησιμοποιείται πλαστικό, χαρτόνι και δέρμα.


α) Φιγούρες από πλαστικό

Τις έφερε στην Ελλάδα ο Ντίνος Θεοδωρόπουλος, επιστρέφοντας από μια περιοδεία του στην Αμερική. Με τη ρεαλιστική απόδοση χάνετε η μαγεία της σκιάς, ωστόσο, για αρχή είναι μια καλή λύση επειδή το πλαστικό δουλεύετε εύκολα.

Σχεδιάζουμε το περίγραμμα της φιγούρας με μαύρο μαρκαδοράκι οινοπνεύματος και το κόβουμε προσεκτικά μ'ένα καλό ψαλίδι, χωρίς να επιμένουμε και τόσο στις λεπτομέρειες, δεν υπάρχει λόγος, π.χ., να χωρίσουμε την κλίτσα του Μπαρμπαγιώργου από το σώμα του: το αφήνουμε άκοπο και στο πανί δεν φένετε καθόλου. Αν το κομμένο περίγραμμα έχει <<καμπούρα>>, το σιδερόνουμε απαλά με ένα σίδερο και ένα πανί βρεγμένο με καυτό νερο και από κάτω απ'τό πανί βάζουμε το πλαστικό όσπου να γίνει επίπεδο. Στη συνέχεια, για να <<πιάσει>> το χρώμα, το τρίβουμε και από τις δυο πλευρές με γυαλόχαρτο (αν το γυαλοχαρτίσουμε πριν το κόψουμε, ίσως να μας σπάσει). Σχεδιάζουμε τώρα με μολύβι και τις εσωτερικές λεπτομέριες. Είμαστε έτοιμοι να χρωματίσουμε.

Χρησιμοποιούμε ανεξίτηλα χρώματα, δουλεύοντας τα με διάφορα πινελάκια. Βάφουμε και από τις δυο πλευρές. Ό,τι είναι λευκό, το αφήνουμε άβαφο. Τέλος, μ'έναν μαύρο χοντρό μαρκαδόρο οινοπνεύματος (με στρογγυλή μύτη), περνάμε το περίγραμμα και τις λεπτομέριες. Τυχών ατέλειες (πινελιές, <<νερά>> κλπ) δεν πρέπει να μας απογοητέψουν: στο πανί χάνονται... Εκείνο που χρειάζετε να προσέξουμε, είναι η σωστή αραίωση των χρωμάτων: πηχτό χρώμα σημαίνει μουντζούρα. Επίσης, το χρώμα το κάνουμε έναν τόνο πιο <<ανοιχτό>> από αυτό που θέλουμε, γιατί στο πανί σκουραίνει. Τα πολύ σκούρα μπλε, καφέ κλπ τα αποφεύγουμε, επειδή φαίνονται σχεδόν μαύρα.

Το επόμενο στάδιο είναι να συνδέσουμε τα διάφορα μέλη της φιγούρας. Παλαιά, οι καραγκιοζοπαίχτες χρησιμοποιούσαν σπάγκους. Είχαν όμως, πρόβλημα, ιδίως με τον τενεκεδένιο Καραγκιόζη, γιατί οι σπάγκοι κόβονταν και φεύγανε πόδια και βράκες επάνω στην παράσταση. Από το βάσανο αυτό τους γλίτωσε ο καραγκιοζοπαίχτης Απόστολος Καραστεργιόπουλος (Τόλιας), που ανακάλυψε τις κόπιτσες των τσαγκάρηδων. Θα τις βρούμε στα είδη υποδηματοποιίας. Κατάλληλο μέγεθος είναι το μεσαίο. Κόπιτσες θα βάλουμε σε όλες τις αρθρώσεις, εκτός από την άρθρωση του χεριού με τον ώμο, γιατί, γυρίζοντας η φιγούρα, πρέπει να γυρίζει από την άλλη πλευρά το χέρι, ώστε να μένει ελεύθερο. Δένετε λοιπόν, αφήνοντας όσο τράτο χρειάζεται, με πλακέ λάστιχο (το δερμάτινο κορδόνι δεν κάνει, επειδή συντρίβεται και <<μαζεύει>>).

Η σύνδεση των κομματιών (ζυγισμα της φιγούρας), προπάντων των ποδίων, θέλει μεγάλη προσοχή, γιατί από μια λεπτομέρεια εξαρτάται η σωστή ή όχι κίνηση τις φιγούρας. Έτσι, λοιπόν: αν έχουμε δυο κομμάτια με τα δάχτυλά μας, σε ποιο σημείο πατάνε καλύτερα τα πόδια και ανοίγουμε την τρύπα (μ'ένα τρυπανάκι νούμερο 4). Έυκολα τρυπάμε και το άλλο. Τα ενώνουμε έτσι, ώστε στο πανί να εφάπτεται το σώμα από την πλευρά που βγένει συνήθως η φιγούρα. Την κόπιτσα την χτυπάμε τόσο, όσο χρειάζετε για να θηλυκώσει.

Τις ίδιες δοκιμές κάνουμε κι όταν έχουμε τέσσερα κομμάτια. Εδώ, θα πρέπει να προσέξουμε τα εξής: τα πόδια συνδέονται εκατέρωθεν της βράκας ή της φουστανέλας, ποτέ από την ίδια πλευρά. Το εμπρός πόδι, όπως βγένει η φιγούρα τις περισσότερες φορές, δεν εφάπτετε στον μπερντέ, επίσης, είναι δύο χιλιοστά πιο κοντό από το πίσω. Τέλος, το σώμα συνδέεται από την πλευρά που έχει συνδεθεί και το πίσω πόδι. Αυτά τα μικρά τεχνικά μυστικά, μαζί με την ελάχιστη κλίση της οθόνης προς τα έξω, κάνουν τη φιγούρα να κινείτε πολύ εύκολα.

Πώς θα κρατήσουμε τη φιγούρα για να παίξουμε; Οι παλιοί καραγκιοζοπαίχτες κάρφωναν τη φιγούρα σ'ένα ξυλάκι μισό μέτρο και την κρατούσαν στον μπερντέ. Η κατάσταση κωμικοτραγική: αν δυο φιγούρες εφεύγαν από την ίδια μεριά η μία αναγκαστικά περπατούσε προς τα πίσω, αν έπαιζαν τρεις φιγούρες, η μεσαία μιλούσε στον ένα συνομιλητή της έχοντάς του γυρισμένη την πλάτη... Λύση έδωσε η επινόηση της <<σούστας>> (κατά τον Σωτήρη Σπαθάρη, από τον καραγκιοζοπαίχτη της Λειβαδιάς Λευτέρη Κελαρινόπουλο, το 1924, κατά τον Τζούλιο Καϊμη, από τον Μήτσο Μανωλόπουλο, κατά τον Κ. Μπίρη, από τον Γιαννακούρα, το 1918). Η σούστα είναι σαν μια λαβίδα / τσιμπίδα ή, καλύτερα, σαν ένας μεντεσές με δύο σκέλη τριών εκατοστών, που πιάνει τη φιγούρα από την πλάτη )τη σφίγγει διαμπερής βίδα με παξιμάδι). Η εφεύρεση είναι το στόπερ, που δεν επιτρέπει στον μεντεσέ να ανοίξει περισσότερο από ορθή γωνία. Έτσι, η φιγούρα εφάπτεται στο πανί κάθετα με τη χειρολαβή, αλλά και μπορεί να κάνει εύκολα μεταβολή (με στιγμαία μόνο απομάκρυνση). Χρειάζονται τουλάχιστον τριάντα σούστες για μια ερασιτεχνική παράσταση. Μπορεί εύκολα να μας τις φτιάξει ο σιδηρουργός της γειτονιάς μας, αν του δώσουμε μία για δείγμα.


 

β) Φιγούρες από χαρτόνι

Οι πρώτες φιγούρες ήταν χαρτονένιες με πολύ λίγα σκαλίσματα. Πιο λεπτοδουλεμένες φιγούρες έφτιαξε ο Μίμαρος, αυτός όμως που τις τελειοποίησε, ήταν ο Βυζανιάρης. Οι χαρτονένιες φιγούρες έχουν όλη εκείνη την υποβλητικότητα της σκιάς, γι'αυτό και οι καραγκιοζοπαίχτες τις προτιμούν και τις καμαρώνουν θεωρώντας τες μεγάλη τέχνη. Η κατασκεύη τους, εκτός από μεράκι και χρόνο, απαιτεί πείρα και μαστοριά, αλλ'αξίζει να προσπαθήσουμε.

Το χαρτόνι πρέπει να είναι πολύ σκληρό και να έχει πάχος 1,6 έως 1,8 χιλ. Θα το βρούμε στα είδη υποδηματοποιίας (<<τσαγκαροχάρτονο>>).

Σχεδιάζουμε τη φιγούρα και κόβουμε το περίγραμμα με το ψαλίδη, όπου δυσκολευόμαστε, χρησιμοποιούμε κοπίδια (είναι σειρά ολόκληρη και τα βρίσκουμε στα είδη γραφικών τεχνών).

Με κοπίδια σκαλίζονται και οι λεπτομέριες (μάτι, ρούχα κλπ). Τα σκαλίσματα, για να μην αδυνατίζει η φιγούρα, πρέπει να γίνονται διακεκομμένα.

Τα σκαλίσματα, όπως είναι φυσικό, δείχνουν στο πανί λευκά. Αν θέλουμε χρώμα, μπορούμε ν'αφαιρέσουμε περισσότερα και μεγαλύτερα κομμάτια και να βάλουμε διαφανές έγχρωμο χαρτί (στο φέσι, στο σαρίκι, στο ζωνάρι, στο γιλέκο κλπ). Μπορούμε ακόμη να συνδυάσουμε χαρτόνι και λεπτή ζελατίνα.


γ) Φιγούρες από δέρμα

Τις έφερε το 1923 ο Μήτσος Μανωλόπουλος από την Αίγυπτο. Το δέρμα ήταν βοδινό και γινόταν ειδική παραγγελία στα ταμπάκικα. Ο ταμπάκης το <<ξετρίγωνε>> και το τεζάριζε σε ξύλινο τελάρο, ώσπου να ξεραθεί. Το παίρνανε τότε οι καραγκιοζοπαίχτες, το ξύνανε με γυαλιά για να γίνει διαφανές, σχεδίαζαν τη φιγούρα, την κοπιδιάζανε και τη ζωγράφιζαν με διάφορα χρώματα σινικής μελάνης. Η φιγούρα ήταν έτοιμη.

Σήμερα, βέβεια, μπορεί να έχουμε τριβεία και να μη χρειάζεται το πολύωρο ξύσιμο με γυαλιά, αλλά είναι δύσκολο να βρούμε δέρμα. Οι παλιοί ταμπάκηδες δούλευαν το δέρμα με το χέρι και κατόπιν το έβαφαν, ενώ τα σύγχρονα εργοστάσια το επεξεργάζονται και το βάφουν ταυτόχρονα.

 

Κεντρική Σελίδα κατασκευών


Copyright © 2003 by Τάσος Ανδριώτης - www.karagiozis.tk best view: 1024x768 Internet Explorer