Ένας καραγκιοζοπαίχτης τα παλιά χρόνια...

Ο καραγκιοζοπαίχτης

Του Γεώργιου Γεωργίου

Από τη "ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ", Τεύχος 258-259, 1999, σ.σ. 36-39

- Απόψε στην πλατεία «Ο Καραγκιόζης στο Σαράι». Απόψε στις εννιά ο Καραγκιόζης σας.

Αυτή ήταν η ειδοποίηση για το σημαντικότερο ίσως γεγονός μετά τη γιορτή του προστάτη αγίου του χωριού. Ο Καραγκιόζης ξεσήκωνε στο πόδι μικρούς και μεγάλους. Στο χωριό ερχόταν κάθε δυο μήνες. Φορτώνοντας σ'ένα κάρο όλη την περιουσία του έπαιρνε σβάρνα ένα-ένα τα χωριά της περιοχής και διασκέδαζε τους ανθρώπους με τις σπαρταριστές περιπέτειες του πιο δημοφιλούς προσώπου εκείνη την εποχή: του Καραγκιόζη.

Ο καραγκιοζοπαίχτης ήταν ένας μεσήλικας άνθρωπος, γύρω στα πενήντα δύο, σγουρομάλλης, με μαύρα μάτια και μια γαμψή μύτη, που θύμιζε τον πρωταγωνιστή των έργων του. Φορούσε συνήθως παρδαλά ρούχα, που προκαλούσαν το μειδίαμα των γερόντων του χωριού που προσαρμόστηκαν στη θέα μόνο της βράκας, του ζιμπουνιού1 και της ποδίνας. Έπρεπε όμως να ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους. Ήταν η δουλειά του να προκαλεί άφθονο γέλιο, επομένως ακόμη και το ντύσιμο του έπρεπε να ήταν διαφορετικό. Δεν παρεξηγούσε κανένα που τον έβλεπε με μισό μάτι ή πολύ περισσότερο τα γεροντάκια που τον κακολογούσαν για τα νέα ήθη που κόμιζε στο χωριό. Συνοδευτικό της εμφάνισης του ήταν και ένα ψάθινο καπέλο που το φορούσε, για να τον προστατεύει από το δυνατό καρπασίτικο ήλιο. Το μεταφορικό του μέσο ήταν ένα γκριζόμαυρο γαϊδουράκι, "ο Σιερκάς", έτσι το φώναζε, που έσερνε το κάρο με τα σύνεργα και το βιος του καραγκιοζοπαίχτη.

Κανένας δε γνώριζε το όνομα του και κανένας δεν ενδιαφέρθηκε να το μάθει. Όλοι στο χωριό τον είχαν βαφτίσει "ο καραγκιοζοπαίχτης". Ήταν άγνωστη και η οικογενειακή του κατάσταση. Πάντα κυκλοφορούσε μόνος του και ποτέ δεν έδωσε την εντύπωση πως είχε γυναίκα ή παιδιά να θρέψει. Δεν εμφανιζόταν ούτε και στο καφενείο, όπου διαδραματιζόταν το παζάρι των ειδήσεων. Ίσως μάλιστα και να το απέφευγε. Κατασκήνωνε στην πλατεία και προετοίμαζε το χώρο για την παράσταση. Έστηνε το σκηνικό, το πανί με τις λάμπες, έβαζε στη σειρά τις φιγούρες που θα χρησιμοποιούσε, στερέωνε την οθόνη με σχοινιά για να μην πέσει από τον αέρα, τοποθετούσε παγκάκια για να καθίσει ο κόσμος. Ο μόνος με τον οποίο είχε πάρε-δώσε ήταν ο μπακάλης του χωριού. Αγόραζε ψωμί και λίγες ελιές, για να περάσει την μέρα του. Το απογευματάκι αναλάμβανε να πληροφορήσει τους αγρότες, που επέστρεφαν από τις εργασίες τους στα κτήματα, για την παρουσία του.

- Απόψε στις εννιά ο Καραγκιόζης σας. Απόψε στις εννιά «Ο Καραγκιόζης στο Σαράι». Αυτή ήταν η διαφήμιση που έκανε με ένα αυτοσχέδιο χάρτινο τηλεβόα. Περνούσε από όλους τους δρόμους και κουνώντας πότε δεξιά και πότε αριστερά το κεφάλι του προσπαθούσε να ενημερώσει το κάθε σπίτι για το γεγονός της βραδιάς. Με μετρημένα και αβίαστα βήματα περνούσε λιγάκι σκυφτός, καμπουριασμένος.

Η φωνή του ήταν δυνατή, κυματιστή σαν ανατολίτικος αμανές, που επιχειρούσε να διαπεράσει τους πλινθόκτιστους τοίχους των σπιτιών και να φτάσει στα αυτιά των κατοίκων. «Να ξέρετε μονάχα ότι είμαι στο χωριό σας, πως περνώ από το σπίτι σας, τίποτ' άλλο»...

Έπρεπε δίχως άλλο να καλησπερίσει όποιον έβρισκε στο δρόμο του. Ήταν πάντοτε ευπροσήγορος, καλοδιάθετος. Χαιρετούσε όλο το χωριό έστω και αν ήξερε πως κάποιοι δεν είχαν έρθει ποτέ στις παραστάσεις του. Το καλοκαίρι που ο κόσμος καθόταν έξω στους δρόμους δεν πρόφθανε να χαιρετάει.

- Καλησπέρα... Καλησπέρα κοκόνα... Καλησπέρα πασά μου... Απόψε στις εννιά ο Καραγκιόζης σας.

Ακόμη και στις προσφωνήσεις του επηρεαζόταν από τη δουλειά του και τους ήρωες των έργων του. Δεν τον ένοιαζε αν αυτοί που χαιρετούσε τον πρόσεχαν ή αν κοίταζαν αλλού. Γι' αυτόν ο χαιρετισμός έγινε ένα με την κίνηση των ποδιών του.

Ο κόσμος δεν έμενε απαθής. Τον σεβόταν, τον αγαπούσε και του ανταπέδιδε τον χαιρετισμό. Πολλές φορές τον προσκαλούσαν και για καφέ ή για κανένα γλυκό. Σε κανένα όμως δεν κάθισε ούτε για ένα ποτήρι νερό.

- Είμαι βιαστικός, ευχαριστώ, έλεγε και συνέχιζε το δρόμο του.

- Απόψε στις εννιά ο Καραγκιόζης σας. Απόψε στις εννιά «Ο Καραγκιόζης στο Σαράι».

Περνούσαν πολλοί από το χωριό: γανωματάδες, πραματευτάδες, παπλωματάδες. Με κανένα όμως δεν ένιωθαν τόσο οικεία παρά μόνο με τον καραγκιοζοπαίχτη. Αυτός ήταν που διασκέδαζε το κάθε σπίτι, που είχε πάντα μια καλή κουβέντα να πει. Δεν έβλαψε και δεν πίκρανε κανένα. Σκορπούσε πάντα το γέλιο.

Στις εννιά η πλατεία γέμισε κόσμο. Ο Καραγκιόζης συγκέντρωσε σχεδόν ολόκληρο το χωριό. Τηλεόραση την εποχή εκείνη δεν υπήρχε και έτσι ο Καραγκιόζης ήταν η μοναδική ψυχαγωγία. Ακόμη και τα μικρά παιδιά που τέτοια ώρα έπρεπε να κοιμούνται, γιατί το πρωί θα πήγαιναν σχολείο, ήταν και αυτά παρόντα. Μια εξαίρεση από τον κανόνα κάθε τόσο θα μπορούσε να γίνει.

Εισιτήριο για την παράσταση δεν υπήρχε. Το παράβολο για τον καθένα ήταν ό,τι μπορούσε να φέρει από το σπίτι του: αυγά, ψωμί, χαλούμια, όσπρια κ.ά. Όλοι οι χωρικοί πρόσφεραν αφειδώλευτα στον καραγκιοζοπαίχτη, γιατί τον εκτιμούσαν, τον ένιωθαν δικό τους άνθρωπο. Κανένας δεν προσπάθησε να τον ξεγελάσει, παρ' όλο που ο καραγκιοζοπαίχτης ποτέ του δεν έλεγξε τι και πόσο έφερνε ο καθένας. Εξάλλου, ήταν τίμιοι μεροκαματιάρηδες που ήξεραν τι θα πει να δουλεύεις για να βγάλεις λίγο ψωμί. Πολλές φορές στις συζητήσεις τους έλεγαν:

- Ο καραγκιοζοπαίχτης κάνει ταυτόχρονα πολλές δουλειές. Είναι τραγουδιστής, ηθοποιός, ζωγράφος... Άρα πρέπει να αμοίβεται περισσότερο από κάποιον που κάνει μόνο μια δουλειά.

Η παράσταση ξεκινούσε. Ο καραγκιοζοπαίχτης παρουσιαζόταν στο κοινό του. Εξηγούσε με λίγα λόγια το ιστορικό του Καραγκιόζη, αυτά που ήξερε ή αυτά που άκουσε χωρίς καμιά επιστημονική τεκμηρίωση. Κάθε φορά έλεγε τα ίδια και τα ίδια. Αισθανόταν πως έστω και ένας καινούριος θεατής να ήρθε στην παράσταση του έπρεπε να μάθει για τον αστείο αυτό ανθρωπάκο, τον Καραγκιόζη. Το θεωρούσε χρέος του να διασώσει την παράδοση του Καραγκιόζη και να την μεταλαμπαδεύσει στους νεότερους. Μετά τη σύντομη τελετουργική του εισαγωγή έπαιρνε τη θέση του πίσω από τη μεγάλη οθόνη.

- Αξιότιμοι κύριοι και κυρίες, καλησπέρα σας πέρα για πέρα. Απόψε έχει ωραία και καλή παράσταση ο μπερντές2 μας. Να καθίσετε να διασκεδάσετε. Απόψε έχουμε την παράσταση «Ο Καραγκιόζης στο Σαράι». Ναι, μα το θεό θα γλεντήσουμε καλά. θα φάμε, θα πιούμε και θα κοιμηθούμε νηστικοί! θα ξεροποδαριαστούμε στο γλέντι, θα γελάσει και το παρδαλό κατσίκι και ο διάβολος ο αρετσίνατος3!

Μικροί και μεγάλοι παρακολουθούσαν με πολλή προσήλωση την παράσταση. Πού και πού ξεσπούσαν σε αχαλίνωτα γέλια, ενώ επιδίδονταν σε πειράγματα ο ένας προς τον άλλο. Δεν ήταν λίγες οι φορές που ο καραγκιοζοπαίχτης απευθυνόταν στο κοινό του και προσπαθούσε με ερωτήσεις να το εντάξει στο έργο. Και ο κόσμος απαντούσε αυθόρμητα χωρίς πολλή σκέψη.

Το σκηνικό ήταν γνώριμο. Στα δεξιά ήταν το Σαράι, το πλούσιο ανάκτορο του πασά με τα μπαλκόνια, τα γύψινα πλαίσια των παραθύρων και τις μεγάλες σιδερένιες πόρτες με τα οθωμανικά εμβλήματα. Στα αριστερά ήταν η άθλια παράγκα του Καραγκιόζη με τη μισογκρεμισμένη στέγη, το σωρό από τα σκουπίδια και τα ορθάνοιχτα παράθυρα.

Σ' αυτό το σκηνικό "παρέλασαν" όλες οι κωμικές φιγούρες. Πρώτος και καλύτερος ο Καραγκιόζης, κακομούτσουνος, μυταράς, καμπούρης, απένταρος και αιώνια πεινασμένος, που έχωνε παντού τη μούρη του προσπαθώντας να ξεγελάσει τους συνομιλητές του, για να κερδίσει λίγα χρήματα ή φαγητό. Γιος του ήταν ο Κολλητήρης, πιστό αντίγραφο του. Φίλος το Καραγκιόζη ήταν ο Χατζηαβάτης, τίμιος και σοβαρός φουκαράς, πρόθυμος για όλες τις δουλειές. Ο πασάς ήταν ο ανώτερος Τούρκος αξιωματούχος, μεγαλοπρεπής και δίκαιος. Εκπροσωπούσε τον πλούτο και έτσι δε χρειαζόταν να κλέψει ή να πει ψέματα. Μαζί με τους βασικούς ρόλους στο έργο ήταν και αυτοί που παρουσιάζονταν λιγότερο όπως ο Μορφονιός, ο σιορ-Διονύσιος, ο Βεληγκέκας, ο Σταυράκος και ο Μπαρμπαγιώργος. Όλοι διαλεγμένοι ένας-ένας που με την ευλυγισία τους, τις χειρονομίες, τις καρπαζιές και την ενδυμασία τους προκαλούσαν άφθονο γέλιο και χειροκροτήματα.

Ο καραγκιοζοπαίχτης άλλαζε συνεχώς φωνές και η μια σκηνή διαδεχόταν την άλλη. Έφθασε το τέλος και χαιρέτησε το κοινό του.

- Και τώρα αγαπητοί μου φίλοι, που ξεγελάσαμε τον πασά και το στομάχι μας θα γεμίσει με καμιά σαρδέλα, θέλω να σας ευχαριστήσω που με βοηθήσετε να τα καταφέρω. Καληνύχτα σας.

Ήταν τόσο ανθρώπινος, με φωνή τόσο ζεστή που ένιωθε ο καθένας πως τον αγκάλιαζε, πως απευθυνόταν σ' αυτόν, πως συμμεριζόταν τον πόνο και την ανησυχία του, τα προβλήματα και τις έγνοιες του καθημερινού βίου.

- Να 'σαι καλά από το θεό καραγκιοζοπαίχτη, να'σαι καλά. Μας διασκέδασες κι απόψε, έλεγαν και αποχωρούσαν για τα σπίτια τους χαρούμενοι, απαλλαγμένοι έστω για λίγο από τις σκοτούρες της καθημερινότητας.

Ωστόσο, εκείνο το βράδυ ο καραγκιοζοπαίχτης φαινόταν λιγάκι σαστισμένος, έδειχνε πως κάτι τον βασάνιζε, έψαχνε με το βλέμμα σαν κάτι να ζητούσε επί-μονα. Στο τέλος της παράστασης ρωτούσε όποιον έβρισκε μπροστά του για κάποιο νεαρό παιδί γύρω στα δεκατρία, σγουρομάλλικο, που καθόταν πάντα στην πρώτη δεξιά θέση αλλά απόψε απουσίαζε. Ούτε το όνομα του δεν ήξερε. Ρωτούσε στα τυφλά με μόνη πληροφορία τα γενικά εξωτερικά χαρακτηριστικά του μικρού θεατή του. Άλλοι του είπαν ότι ήταν ο Γιάννης, ο γιος του παπά, άλλοι πάλι πως ήταν ο Γιώργος, ο γιος της παραδουλεύτρας, ορφανό, έλεγαν, από τη γέννηση του και άλλοι πως ήταν ο Σπύρος, ο γιος του σκαρπάρη.

Το βράδυ πέρασε και ο καραγκιοζοπαίχτης ξημερώνοντας πήγε στο καφενεδάκι του χωριού. Οι γέροντες απόρησαν. Ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπαν περνά την πόρτα του καφενείου. Όλοι προθυμοποιήθηκαν να τον κεράσουν και να παίξουν μαζί του μια παρτίδα τάβλι. Εφημερίδες δεν είχε στο καφενείο παρά μόνο ένα παλιό ραδιόφωνο που μετέδιδε κάθε δυο ώρες τις ειδήσεις και τίποτε άλλο. Οι μερακλήδες κάπνιζαν το ναργιλέ τους. Ο καφετζής δεν πρόφθανε να βάζει στη χόβολη4 το μπρίκι με τον αλεσμένο καφέ. Το χαρμάνι5 έδινε μια ιδιαίτερη μυρωδιά στην μικρή καμαρούλα.

- Γεια στα χέρια σου καφετζή, έλεγαν και ξανάλεγαν. Αυτός κόρδωνε απολαμβάνοντας τα κομπλιμέντα.

Ο καραγκιοζοπαίχτης όμως δεν έδειχνε να προσέχει. Λες και η μυρωδιά του καφέ τον είχε υπνωτίσει. Είχε το ίδιο σκεφτικό πρόσωπο, τις ίδιες ζωγραφισμένες απορίες στα χείλη του.

Φαινόταν σαν ερμητικά κλειστό βιβλίο που έκρυβε όμως τόσα πολλά ανεξερεύνητα μυστικά.

- Μήπως ξέρετε για το γιο της παραδουλεύτρα Γιώργο; Ψες δεν ήταν στην παράσταση, προσπάθησε να δικαιολογηθεί για το ξαφνικό του ενδιαφέρον.

- Είναι φιλάσθενο το παιδί, καραγκιοζοπαίχτη. Δεν έχει να φάει.

- Από τότε που γεννήθηκε δεν είδε άσπρη μέρα πρόσθεσε κάποιος άλλος.

Ζήτησε διακριτικά όποιες πληροφορίες ήθελε να μάθει και, αφού χαιρέτησε τα γεροντάκια, άρπαξε βιαστικά το καπέλο του και έφυγε. Καβάλησε το συμπαθητικό του τετράποδο και πήρε το δρόμο που οδηγούσε έξω από το χωριό. Εκεί προς το τέλος σταμάτησε και κατέβηκε. Ήταν το σπίτι του μικρού του φίλου. Κοντοστάθηκε, δε χτύπησε όμως τη χαμηλή αυλόπορτα. Ντράπηκε, ίσως και να φοβήθηκε. Δεν έβρισκε κάποια λογικοφανή αιτία της ξαφνικής επίσκεψής του. Ρώτησε τη γειτόνισσα.

- Πώς πάει το παιδί;

- Είναι καλύτερα, θέλει όμως ακόμη χρόνο για να αναρρώσει. Είναι μόνο του το καημένο. Η μάνα του δουλεύει.

Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια του. Το σκούπισε γρήγορα προτού καταλάβει τίποτα η γερόντισσα. Σαν ένα φορτίο να έφυγε από πάνω του. Πήγε στο κάρο και τράβηξε ένα τσουβάλι.

- Είναι λίγο φαγητό.... Σας παρακαλώ, όταν έρθει η μητέρα του, δώστε της το τσουβάλι. Πέστε της πως είναι από κάποιον που αγαπά το παιδί και θέλει να γίνει καλά το συντομότερο δυνατό.

Ανέβηκε στο κάρο και συνέχισε το δρόμο του χωρίς να κοιτάξει πίσω. Το παρελθόν δε φτιάχνεται... Στη γωνιά έστριψε για το γειτονικό χωριό. Το βράδυ στις εννιά θα δώσει παράσταση. Πρέπει να διασκεδάσει τον κόσμο, να παίξει τον Καραγκιόζη, για να βγάλει το ψωμί του.

1.ζιμπούνι= γιλέκο
2. μπερντές= σκηνή, θέατρο σκιών
3. αρετσίνατος=αυτός που δεν έχει μεθύσει με ρετσίνα (κρασί)
4. χόβολη= ζεστός άμμος
5. χαρμάνι= κάθε ακατέργαστο μείγμα

 

Κεντρική Σελίδα άρθρων


Copyright © 2003 by Τάσος Ανδριώτης www.karagiozis.tk best view: 1024x768 Internet Explorer